ΕΚΠΑΟι ξένες γλώσσες στο σχολείοΥΔΒΜΘ
 

  Αρχική σελίδα  * Νέα και Ανακοινώσεις * Σύνδεσμοι  *  Forums

 

   

Πρόγραμμα Εκμάθησης της Αγγλικής σε πρώιμη παιδική ηλικία (ΠΕΑΠ)

Ενιαίο πρόγραμμα σπουδών για τις Ξένες γλώσσες (ΕΠΣ-ΞΓ)

Οδηγός του εκπαιδευτικού για την εφαρμογή του ΕΠΣ-ΞΓ

Πιλοτική εφαρμογή του ΕΠΣ-ΞΓ και επιμόρφωση

 
  Σκοπός του Οδηγού
  Περιγραφή περιεχομένων του Οδηγού
  Κεφάλαια του Οδηγού:
 

1.

Tο ΕΠΣ-ΞΓ και η εφαρμογή του

 

2.

Tο πλαίσιο του ΕΠΣ-ΞΓ και οι παιδαγωγικές του αρχές
 

3.

Eκπαιδευτικές προσεγγίσεις του ΕΠΣ-ΞΓ
 

4.

Σχέδια μαθημάτων στην λογική της «Νέας Μάθησης»:
  5. Το Διαδίκτυο στο μάθημα της ξένης γλώσσας
  6. Η διαμεσολάβηση ως σημαντική επικοινωνιακή δραστηριότητα
  7. Η αξιολόγηση του μαθητή της ξένης γλώσσας
  8. Εξετάσεις και δοκιμασίες

 

 

 

 

 

   

2.1. Ιδεολογικές και πολιτικές εγγραφές στα Προγράμματα Σπουδών[1]

Οι αρχές στις οποίες στηρίζεται η σχολική εκπαίδευση μιας χώρας, ο τρόπος οργάνωσής της, οι απώτεροι στόχοι κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης, το είδος των γνώσεων και δεξιοτήτων που θα κληθούν να αναπτύξουν οι μαθητές και, εν τέλει, οι τρόποι με τους οποίους θέλουμε να μαθαίνει ο μαθητής είναι σημαντικές πολιτικές (με τη ευρεία έννοια του όρου) αποφάσεις οι οποίες στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες λαμβάνονται από την κεντρική διοίκηση του κράτους και εκφράζονται μέσα από το εθνικό σχολικό πρόγραμμα σπουδών.

Στη χώρα μας για πρώτη φορά γίνεται μια συντεταγμένη προσπάθεια εκπόνησης ενός ενιαίου, εθνικού προγράμματος σπουδών. Τα μέλη της ομάδας ειδικών που συγκροτήθηκε για τον σκοπό αυτό είχαν την αρμοδιότητα και την υποχρέωση να συμφωνήσουν εξ αρχής όχι μόνο ως προς το ποια θα είναι τα γνωστικά πεδία που θα περιλαμβάνει το σχολικό πρόγραμμα σπουδών, ποιος ο τρόπος και ποιο το χρονικό πλαίσιο οργάνωσης αυτών των πεδίων αλλά και ως προς το ποιοι είναι οι γενικότεροι σκοποί και αξίες που θέλουμε εμείς οι Έλληνες να εξυπηρετεί η σχολική εκπαίδευση στη χώρα μας –σκοποί που να επιδιώκονται και αξίες που να χτίζονται με έναν ενιαίο και συστηματικό τρόπο από το Νηπιαγωγείο μέχρι και το Λύκειο, αρθρωμένοι με τρόπο ώστε να είναι εφικτή η αξιόπιστη και έγκυρη μέτρησή τους.

Οι επιλογές αυτές είναι βαθύτατα πολιτικές καθώς αφορούν, μεταξύ άλλων, τον τύπο των γνώσεων ή δεξιοτήτων που αξίζει τον κόπο να αποκτήσει ο μαθητής στη διάρκεια της σχολικής του εκπαίδευσης,[2] και την ελευθερία που παρέχεται στον εκπαιδευτικό να αποφασίσει μόνος τι ακριβώς θα διδάξει.[3]

Η σημαντική πολιτική απόφαση του να μελετηθεί το σχολικό πρόγραμμα στο σύνολό του και τα προγράμματα σπουδών των επιμέρους μαθημάτων να σχεδιαστούν με ενιαίες προδιαγραφές θεωρήθηκε αναγκαία από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας που προφανώς αναγνωρίζει πως, στην ουσία, τα προγράμματα σπουδών διαμορφώνουν την ταυτότητα των πολιτών του μέλλοντος, σύμφωνα με τις κοινωνικές επιταγές και τα κυρίαρχα κοινωνικά ρεύματα.

Για τον σκοπό αυτό συνεργάστηκε μια ομάδα έντεκα (11) ειδικών εμπειρογνωμόνων που εκπόνησε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα το πρώτο ελληνικό «Εθνικό Σχολικό Πρόγραμμα Σπουδών» (ΕΣΠΣ), με σκοπό να το ολοκληρώσει μετά από ένα χρόνο πιλοτικής εφαρμογής του. Γενικός σκοπός της πιλοτικής εφαρμογής αποτελεί η αξιολόγησή του, ενώ ειδικότερος στόχος της είναι η συμβολή στα προγράμματα σπουδών των επιμέρους πεδίων όλων όσων μετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Ήταν φυσικά ένα εξαιρετικά πολύπλοκο έργο αφού «ειδικοί» διαφορετικών επιστημονικών πεδίων και παραδόσεων έπρεπε να λάβουν υπόψη τις γενικές αρχές του «Νέου Σχολείου» που είχε εξαγγείλει το Υπουργείο Παιδείας (βλ. http://www.minedu.gov.gr/apo-to-simera-sto-neo-sxoleio-me-prota-ton-mathiti.html) και να καταλήξουν στους στόχους του σχολικού προγράμματος απαντώντας ταυτόχρονα σε ερωτήματα όπως: Τι είδους πολίτη του σήμερα και του αύριο θέλουμε να οικοδομεί το σχολείο και ποιες είναι οι αξίες που πρέπει αυτό να καλλιεργεί; Ποιες είναι οι ικανότητες, δεξιότητες, στρατηγικές που θέλουμε να αναπτύξει ο μαθητής σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης και τι τύπου μανθάνοντα θέλουμε να έχουμε – εντός και εκτός σχολείου; 

Απαντώντας στα ερωτήματα αυτά, οι σχεδιαστές του ΕΣΠΣ συνέγραψαν το Πλαίσιο Βασικών Αρχών και Προσανατολισμών του Σχολικού Προγράμματος Σπουδών, όπου διατυπώνονται και οι στόχοι της εκπαίδευσης ως ακολούθως.

 

2.2. Γενικοί στόχοι της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης

•   Μύηση σε ερευνητικές διαδικασίες και διεργασίες. Οι μαθητές μαθαίνουν:

-    να διατυπώνουν ερωτήματα,

-    να προσδιορίζουν προβλήματα,

-    να σχεδιάζουν και να μεθοδεύουν διερευνήσεις,

-    να αναζητούν απαντήσεις στα προβλήματα που έχουν τεθεί,

-    να αναζητούν και να αξιοποιούν ερευνητικά εργαλεία,

-    να αναλύουν και να συνθέτουν δεδομένα.

•   Κατανόηση βασικών εννοιών, διαδικασιών και γεγονότων. Οι μαθητές μαθαίνουν:

-    να αναγνωρίζουν τα σημαντικά χαρακτηριστικά εννοιών και διαδικασιών,

-    να συνδέουν μια έννοια – ιδέα με άλλες συναφείς, μέσα από τη σύγκριση και τον εντοπισμό ομοιοτήτων και διαφορών,

-    να μπορούν να δίνουν παραδείγματα που να αναφέρονται σε συγκεκριμένες έννοιες,

-    να μπορούν να κατανοούν και να περιγράφουν γεγονότα,

-    να μπορούν να κατανοούν και να αξιοποιούν διαδικασίες,

-    να επιλύουν προβλήματα.

•   Επικοινωνία και συνεργασία. Οι μαθητές μαθαίνουν:

-    να επικοινωνούν και να μοιράζονται ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα,

-    να επικοινωνούν προκειμένου να διερευνούν ατομικά επιχειρήματα και ισχυρισμούς ή να διασαφηνίζουν ιδέες και απόψεις,

-    να συνεργάζονται προκειμένου να αναπτύσσουν συλλογικά επιχειρήματα, να κατανοούν έννοιες, ιδέες ή διαδικασίες, να τεκμηριώνουν θέσεις, να επιλύουν προβλήματα κ.λπ.,

-    να συνεργάζονται προκειμένου να παράγουν έργα.

•   Παραγωγή και δημιουργία – έξοδος στην κοινότητα: Οι μαθητές μαθαίνουν:

-    ολοκληρώνοντας τις ερευνητικές τους προσπάθειες, να καταλήγουν σε συμπεράσματα και προτάσεις,

-    να παράγουν έργα (ερευνητικά, καλλιτεχνικά, κατασκευαστικά κ.λπ.)

-    να δημοσιοποιούν τις παραγωγές τους στην κοινότητα και να δέχονται την κριτική της.

Οι στόχοι αυτοί σχετίζονται με τη θεωρία της «Νέας Μάθησης»[4] που υιοθετείται από το ΕΣΠΣ,  προωθώντας μια ολιστική προσέγγιση της διδασκαλίας, η οποία – σύμφωνα με τους Kalantzis και Cope – μπορεί να εκφραστεί μέσα από ένα σχήμα τεσσάρων ειδών δραστηριότητας τα οποία ουσιαστικά ανταποκρίνονται σε τέσσερεις τρόπους με τους οποίους αποκτούμε γνώση και οι οποίοι θα συζητηθούν εκτενώς στο κεφάλαιο 4, όπου θα παρουσιαστεί και η θεωρία της «Νέας Μάθησης» και η πλατφόρμα της Μάθησης μέσω Σχεδιασμού.

Ο σχεδιασμός μαθημάτων βάσει της παραπάνω λογικής παρουσιάζεται σε επόμενο κεφάλαιο του Οδηγού, συμπληρώνοντας το ΕΠΣ-ΞΓ που ουσιαστικά, όπως ήδη αναφέρθηκε στον Πρόλογο, προδιαγράφει τις γνώσεις που πρέπει να αποκτήσει ο μαθητής. Όπως και στο ΕΠΣ-ΞΓ, το οποίο δεν εστιάζει στην «ύλη» που πρέπει να καλυφθεί, αλλά στο τι πρέπει να μπορεί να κάνει ο μαθητής σε κάθε επίπεδο γλωσσικής επάρκειας, η εκπαιδευτική διαδικασία που προτείνεται στον παρόντα Οδηγό επικεντρώνεται στον μαθητή, υλοποιώντας με τον τρόπο αυτό και μια από τις βασικότερες αρχές του «Νέου Σχολείου»: Πρώτα ο μαθητής.

Για να οργανωθεί η εκπαιδευτική πράξη έτσι που στο επίκεντρό της να είναι ο μαθητής, έχοντας ως γνώμονα το πώς αυτός μαθαίνει, το πώς αποκτά γνώση την οποία να μπορεί να αξιοποιήσει στην ζωή του ως εγγράμματος πολίτης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα παρακάτω.

 

2.3. Πώς  μαθαίνουν οι μαθητές μας

Η γνώση κατακτάται, δεν μας «σερβίρεται» έτοιμη.

Με την απομνημόνευση δεν αποκτούμε ουσιαστική γνώση. Η γνώση δεν μας δίνεται έτοιμη, δεν μας χαρίζεται. Μόνο πληροφορίες μπορεί να μας δοθούν (αν και αυτές ακόμη μπορούμε αν θέλουμε και μόνοι μας να τις βρούμε πλέον, αφού ζούμε σε μια εποχή πολλαπλών πηγών πληροφόρησης). Ανάλογα με το πώς θα διαχειριστούμε τις παρεχόμενες πληροφορίες μπορεί να οδηγηθούμε στη γνώση.  Ουσιαστικά, η πορεία προς τη γνώση, δηλαδή τη μάθηση, συνεπάγεται μια διαδικασία προσωπικής ανάπτυξης που μας μεταμορφώνει. Κατά τη διαδικασία αυτή, τη γνώση μας την κατασκευάζουμε εμείς οι ίδιοι. Αυτό λοιπόν πρέπει να έχουμε στο νου και για τη γνώση που αποκτούν οι μαθητές μας. Τη γνώση τη δομούν οι ίδιοι καθώς διερευνούν και προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους. Η νέα γνώση, τα νέα νοητικά σχήματα δομούνται και ερμηνεύονται από τους μαθητές μας με βάση τις αντιλήψεις ή πεποιθήσεις που έχει διαμορφώσει ο καθένας τους, τις προηγούμενες γνώσεις και εμπειρίες τους. Καθώς συνθέτει νέα νοητικά σχήματα, όποιος δέχεται να μπει στη διαδικασία της μάθησης κατανοεί καλύτερα αυτό που ήδη γνωρίζει, αξιοποιώντας τις νέες εμπειρίες σε συνδυασμό με τις παλιές. Δέχονται δε οι μαθητές μας να μπουν στη διαδικασία της μάθησης και μάλιστα αποτελεσματικά όταν το τι και πώς τους ζητάμε να μάθουν έχουν αξία και νόημα γι’ αυτούς.

Οι γνώσεις που έχει ήδη αποκτήσει ο μαθητής εντός και εκτός σχολείου είναι εξίσου σημαντικές για την πορεία προς τη γνώση με τα νέα αντικείμενα διδασκαλίας και μάθησης.

Εάν αποδεχτούμε πως η γνώση κατασκευάζεται και εν τέλει κατακτάται από κάθε μαθητή με βάση τις προηγούμενες γνώσεις, εμπειρίες και αντιλήψεις/πεποιθήσεις του, θα πρέπει επίσης να δεχτούμε πως η νέα γνώση πρέπει να χτίζει πάνω στην παλιά και να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα των μαθητών, ώστε να αναπτύσσονται κίνητρα για μάθηση. Το νέο αφομοιώνεται μέσα από το οικείο και το γνωστό, ενώ σπάνια μαθαίνουμε και συγκρατούμε κάτι το οποίο δεν μας αφορά, δεν έχει προσωπική αξία για μας. Έτσι, είναι σκόπιμο το εφαλτήριο για την οργάνωση της μαθησιακής διαδικασίας να είναι οι γνώσεις που ήδη έχουν οι μαθητές (σχολικές και εξωσχολικές) και τα ενδιαφέροντά τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως είναι ανάγκη τα θέματα που επιλέγουμε, το εκπαιδευτικό υλικό και τα μέσα που χρησιμοποιούμε να έχουν σχέση με τη ζωή των μαθητών και το περιβάλλον στο οποίο ζουν.

Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα των μαθητών μπορεί να εξασφαλίσει ευνοϊκότερες συνθήκες μάθησης.

Ανέκαθεν οι σχολικές τάξεις απαρτίζονταν από μαθητές οι οποίοι, ενώ έχουν την ίδια περίπου ηλικία, δεν έχουν τις ίδιες εμπειρίες, γνώσεις, πεποιθήσεις, ενδιαφέροντα, μαθησιακά στυλ και νοημοσύνες ανεπτυγμένες στον ίδιο βαθμό. Ωστόσο, τόσο παλαιότερα όσο και σήμερα οι εκπαιδευτικοί στον τόπο μας – και όχι μόνο– επιμένουμε να τους αντιμετωπίζουμε σαν μια ομοιογενή μάζα που έχει υποχρέωση να κινητοποιείται και όλοι ανεξαιρέτως να ενδιαφέρονται και να μαθαίνουν αυτά που εμείς διδάσκουμε. Οι σημερινές τάξεις είναι ακόμη πιο ανομοιογενείς από ό,τι παλαιότερα αφού σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το ποσοστό των μαθητών που έχουν διαφορετικό γλωσσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο από τους Έλληνες μαθητές είναι υψηλό. Η πολυμορφία που χαρακτηρίζει τη σχολική τάξη δεν μπορεί να εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται και να μην λαμβάνεται υπόψη στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η εποικοδομητική διαχείριση πολλαπλών πηγών πληροφόρησης προϋποθέτει γνώσεις και δεξιότητες που πρέπει να αναπτύξει τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο μαθητής.

Στην καθημερινή μας ζωή είμαστε πλέον υποχρεωμένοι να διαχειριστούμε μεγάλη ποικιλία πηγών πληροφόρησης με τρόπο κριτικό και εν τέλει λειτουργικό και αποτελεσματικό. Τις γνώσεις και δεξιότητες που απαιτεί η διαχείριση αυτή πρέπει να τις αναπτύξει τόσο ο μαθητής όσο και ο εκπαιδευτικός, ώστε και οι δύο πλευρές να μπορούν να αξιοποιούν το υλικό των πηγών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το ένα και μοναδικό βιβλίο είναι αδύνατον να ανταποκριθεί στις ποικίλες και διαφορετικές ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών και γι’ αυτό είναι απαραίτητο να αξιοποιούνται πολλά και διαφορετικά μέσα (έντυπο υλικό, οπτικοακουστικό, ηλεκτρονικό) προσαρμοσμένα στις δυνατότητες κάθε τάξης και τις ιδιαιτερότητες των σχολικών ομάδων.

Η ένταξη των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας (ΤΠΕ) στη διδακτική και μαθησιακή πράξη έχει ανοίξει νέους ορίζοντες στην εκπαίδευση γενικότερα και στην ξενόγλωσση εκπαίδευση ειδικότερα.

Η αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας για το μάθημα της ξένης γλώσσας είναι ένα ζητούμενο που προϋποθέτει αφενός εξοπλισμό –ο οποίος, όμως, συχνά δεν είναι διαθέσιμος στην ξενόγλωσση τάξη– και αφετέρου ειδική επιμόρφωση του εκπαιδευτικού για μάθει όχι απλώς να χειρίζεται  τον Η/Υ και τον προβολέα, αλλά να αξιοποιεί π.χ. το διαδίκτυο για το μάθημά του. Όπως θα δούμε στο ομώνυμο κεφάλαιο του Οδηγού, το διαδίκτυο είναι μια ανεξάντλητη πηγή για ενδιαφέρον, πρωτογενές εκπαιδευτικό υλικό που ανταποκρίνεται σε ποικίλες μαθησιακές και διδακτικές ανάγκες ιδιαίτερα της Αγγλικής, αλλά και των υπόλοιπων γλωσσών που περιλαμβάνει το σχολικό πρόγραμμα. Εξάλλου, το πρωτογενές υλικό που βρίσκουμε στο διαδίκτυο, δηλ. τα κείμενα, είναι από τη φύση τους πολυτροπικά, δηλαδή συνδυάζουν τη γλώσσα με διάφορους άλλους τρόπους νοηματοδότησης, όπως είναι πλέον τα περισσότερα κείμενα στην καθημερινή μας ζωή. Χρησιμοποιώντας τα στην τάξη για την εκμάθηση της ξένης γλώσσας, δίνονται δυνατότητες στους μαθητές να αναπτύξουν γραμματισμούς απαραίτητους για αποτελεσματική επικοινωνία στον ιδιωτικό, κοινωνικό και εργασιακό χώρο. Συνεπώς, η αντιμετώπιση του διπλού προβλήματος σχετικά με τη χρήση των ΤΠΕ στη διδακτική πράξη (απουσία μέσων και ειδικής επιμόρφωσης) πρέπει να ενταχθεί στους στόχους της πολιτείας. Εν τω μεταξύ, το υποστηρικτικό πρόγραμμα για τους εκπαιδευτικούς των ξένων γλωσσών σχεδιάζεται προκειμένου να προσφέρει ιδέες για την αξιοποίηση της τεχνολογίας με την οποία τα παιδιά είναι πιο εξοικειωμένα από μας και στο σπίτι.

Η «βιωματική μάθηση» (η Αγγλική έκφραση είναι «learning by experience», ενώ η λαϊκή ελληνική ρήση είναι «κάνοντας μαθαίνεις») είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική.

Πριν την ανάπτυξη ποικίλων γνωσιακών προσεγγίσεων στη μάθηση (οι οποίες καταλήγουν σε διδακτικές μεθόδους που καθοδηγούν τους μαθητές σε αναγωγικές και επαγωγικές διαδικασίες), από τους γνωστότερους τρόπους εκπαίδευσης και κατάρτισης  ήταν η βιωματική μάθηση. Πώς αλλιώς μάθαιναν οι νέοι πριν αιώνες να γίνουν σιδηρουργοί,  ζωγράφοι, υποδηματοποιοί ή μουσικοί; Η βιωματική μάθηση είναι και σήμερα ο σημαντικότερος τρόπος εκπαίδευσης εκτός του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος. Η αξιοποίηση μεθόδων και πρακτικών βιωματικής μάθησης στην ξενόγλωσση εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί είναι δύσκολο τη γλώσσα, την οποιαδήποτε γλώσσα, μητρική ή ξένη, να τη μάθει κανείς εγκεφαλικά. Αν δεν την χρησιμοποιήσεις τη γλώσσα και μάλιστα αν δεν την «ζήσεις» σε ρεαλιστικές συνθήκες επικοινωνίας δεν θα τη μάθεις.

Συνθήκες χρήσης της γλώσσας και επικοινωνίας δημιουργούνται σε μαθησιακά περιβάλλοντα που καλλιεργούν τη συνεργατικότητα.

Δραστηριότητες που δίνουν την ευκαιρία στους μαθητές να συνεργαστούν ανά ζεύγη ή σε ομάδες είναι πολύ γνωστές στην ξενόγλωσση διδακτική από τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80 (με την «εισβολή» της επικοινωνιακής προσέγγισης).  Νέες τεχνικές που τώρα θα μπορούσαμε να εξετάσουμε με την χρήση των ΤΠΕ (Computer Supported Collaborative Learning) θα μπορούσαν να βοηθήσουν περισσότερο στην ανάπτυξη των συνεργατικών δεξιοτήτων των μαθητών όχι μόνο γιατί προσφέρονται για ομαδική εργασία αλλά και γιατί ενισχύουν την επικοινωνία μεταξύ των μαθητών της τάξης και ακόμα με άτομα που βρίσκονται σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Η αξία της συνεργασίας εξάλλου είναι ανάμεσα στις βασικές αρχές που προωθεί το νέο Σχολικό Πρόγραμμα Σπουδών –συνεργασία για να μάθουν να αναπτύσσουν συλλογικά επιχειρήματα και να επιλύουν προβλήματα από κοινού, να συζητούν προκειμένου να καταλήξουν σε επεξεργασμένες έννοιες, ιδέες ή διαδικασίες και σε τεκμηρίωση θέσεων, προκειμένου εν τέλει να παράγουν έργα. Στον τόπο μας ξέρουμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να μάθουμε οι Έλληνες να συνεργαζόμαστε όχι μόνο με τους φίλους και τα μέλη της οικογένειάς μας, αλλά και με συμμαθητές, συνεργάτες και με άλλους συμπολίτες μας. Στον χώρο της εκπαιδευτικής έρευνας, έχουμε ισχυρές ενδείξεις πως, ανεξάρτητα από ηλικία και τύπο δραστηριότητας, οι ομάδες που έχουν συνεργαστεί εποικοδομητικά έχουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα στην επίλυση προβλημάτων και την ολοκλήρωση δραστηριοτήτων από ό,τι άτομα που δουλεύουν μόνα τους.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, και όπως είναι φυσικά γνωστό, για να είναι αποτελεσματική η διαδικασία της μάθησης , θα πρέπει να έχει προσωπική αξία για τον μαθητή και άμεση σχέση με τη ζωή του και το περιβάλλον του. Για να το επιτύχουμε αυτό θα πρέπει να γνωρίζουμε τον κόσμο των μαθητών μας. Ποιος είναι αυτός ο κόσμος;

 

2.4.  Ο κόσμος του μαθητή σήμερα

Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και η ανάπτυξη του διαδικτύου από τη δεκαετία του ‘90 έχουν επιφέρει δραματικές αλλαγές στο τρόπο που επικοινωνούμε, συνδιαλεγόμαστε, σκεπτόμαστε και ζούμε. Οι μαθητές μας έχουν γεννηθεί στην εποχή των ipods, ipads, mobile phones, tablets, wikis, facebook, myspace κλπ. Δεν έχουνε απλώς υιοθετήσει αυτά τα εργαλεία. Τα έχουν κάνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς τους. Για πρώτη φορά είναι η γενιά που έχει κατακτήσει εργαλεία απαραίτητα για την κοινωνία πριν από την προηγούμενη γενιά. Οι μαθητές και τα παιδιά μας ανήκουν σε μια ψηφιακή γενιά. Είναι οι «γηγενείς» του ψηφιακού κόσμου και έχουν μάθει την ψηφιακή γλώσσα ως πρώτη, ως «μητρική τους γλώσσα», ενώ η παλαιότερη γενιά – αυτοί που δέχτηκαν να μπουν στον κόσμο της ψηφιακής τεχνολογίας – την έμαθε (και ακόμα παλεύει να τη μάθει) ως «δεύτερη γλώσσα».

Η καθημερινή χρήση του διαδικτύου και γενικότερα η χρήση της τεχνολογίας από τη σημερινή γενιά έχει επιφέρει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται οι νέοι, στον τρόπο με τον οποίο βρίσκουν, απορροφούν, ερμηνεύουν και χρησιμοποιούν τη πληροφορία, στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν και επικοινωνούν με τον κόσμο γύρω τους. Ως αποτέλεσμα της ψηφιακής κυριαρχίας, τα παιδιά σήμερα έρχονται στην τάξη με διαφορετικές γνωστικές δεξιότητες και συνήθειες, καθώς τα τεχνολογικά εργαλεία έχουν γίνει προέκταση του εαυτού τους και τους έχουν γίνει απαραίτητα κοινωνικά και μαθησιακά «αξεσουάρ». 

Πώς διαφέρει η σημερινή γενιά ως αποτέλεσμα της χρήσης της ψηφιακής τεχνολογίας;

  • Οι συνάψεις που γίνονται στον εγκέφαλο των σημερινών νέων έχουν αλλάξει. Οι γνωστικές τους δομές επεξεργάζονται πληροφορίες παράλληλα και ταυτόχρονα και όχι γραμμικά όπως οι δικές μας. Μπορούν να επεξεργάζονται πληροφορίες πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι εμείς.

  • Η σημερινή γενιά μπορεί να κάνει διάφορες δραστηριότητες παράλληλα (multitasking). Οι σημερινοί νέοι μπορούν π.χ. να κάνουν τα μαθήματα τους, να μιλάνε στη κινητό τους, να ακούνε μουσική και να «τσατάρουν» στο διαδίκτυο ταυτόχρονα.

  • Μαθαίνουν δοκιμάζοντας (trial and error).  Όταν έχουν μία συσκευή στα χέρια τους δεν διαβάζουν το εγχειρίδιο χρήσης, αλλά κάνουν διάφορες δοκιμές για να μάθουν πώς λειτουργεί. Η εμπειρία τους με τη λειτουργία άλλων συσκευών τους βοηθά να πειραματίζονται με τη λειτουργία νέων. Γνωρίζει η γενιά αυτή ότι μαθαίνεις καλύτερα και γρηγορότερα από τα λάθη σου.

  • Η σημερινή γενιά είναι πιο εξοικειωμένη με τον συνδυασμό εικόνας, ήχου, χρώματος και βίντεο παρά με κείμενα που η πληροφορία παρουσιάζεται γραμμικά. Μπορούν πιο εύκολα να επεξεργάζονται εικόνες παρά κείμενα γιατί έχουν μάθει να σκέφτονται «γραφιστικά» και τα μάτια τους κινούνται πάνω στη σελίδα με διαφορετικό τρόπο όταν διαβάζουν. Επεξεργάζονται την εικόνα, τον ήχο, τα χρώματα πριν από τα κείμενα, πιστεύοντας ότι ο ρόλος του κειμένου είναι να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για την εικόνα. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι, ως αποτέλεσμα της χρήσης των ΤΠΕ, το 60% των σημερινών παιδιών περίπου έχουν εξελιχθεί σε έναν τύπο ανθρώπου που είναι κυρίως «οπτικοκιναισθητικός» ή μόνον «οπτικός».

  • Η ψηφιακή γενιά μέσω των puzzle και ηλεκτρονικών παιχνιδιών (video games) έχει γίνει «ειδική» στο να επιλύει προβλήματα. Οι νέοι θέλουν η μάθησή τους να είναι σχετική, χρήσιμη για τη ζωή τους και ευχάριστη (όπως είναι η χρήση του διαδικτύου).

Στον εξελισσόμενο κόσμο του 21ου αιώνα οι διδακτικές προσεγγίσεις και τεχνικές μοιραία πρέπει να είναι διαφορετικές από ό,τι ήταν μέχρι σήμερα γιατί απλούστατα δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικές πια. Έτσι, οι παιδαγωγικές μας πρακτικές θα πρέπει να επαναξιολογηθούν με βάση τη ραγδαία ανάπτυξη της ψηφιακής κουλτούρας. Αν συνεχίσουμε να διδάσκουμε με τον ίδιο τρόπο που μάθαμε πριν από χρόνια, δεν θα έχουμε επαφή με τους μαθητές μας και η διδασκαλία μας θα τους αφήσει παγερά αδιάφορους. Αυτό θα γίνει όχι γιατί δεν έχουμε τις σωστές πληροφορίες να μεταδώσουμε στους μαθητές μας, αλλά γιατί δεν γνωρίζουμε πώς να τις μεταδώσουμε με τρόπο που να καταλάβουν οι μαθητές τη σχέση της πληροφορίας με τη ζωή τους. Χρειάζεται λοιπόν στην οργάνωση της διδασκαλίας μας να χτίσουμε πάνω και να χρησιμοποιήσουμε τις δεξιότητες που έχουν ήδη αναπτύξει και φέρνουν στη τάξη οι μαθητές. Όπως αναφέρουν οι Jukes, McCain, Crockett (2010) στο βιβλίο τους Understanding the Digital Generation αν αγνοήσουμε τις τεχνολογίες και απαγορεύσουμε τη χρήση των ψηφιακών εργαλείων και συσκευών στη τάξη μας θα χάσουμε εντελώς την ευκαιρία να συνδεθούμε ουσιαστικά με τους μαθητές μας και να κάνουμε τη μάθηση σχετική και χρήσιμη για τη ζωή τους.

 

2.5.  Γιατί πρέπει να αλλάξει ριζικά η εκπαίδευση

Ο βασικότερος στόχος της εκπαίδευσης, η προετοιμασία των μαθητών ώστε να συνεισφέρουν αποτελεσματικά στον χώρο της εργασίας και της δημόσιας ζωής, έχει γίνει μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Η εκπαίδευση είναι ο μοχλός ανάπτυξης μιας κοινωνίας και πρέπει να εξελίσσεται σε συνάρτηση με τις αλλαγές που συντελούνται στη κοινωνία αυτή. Συγκεκριμένα, η εκπαίδευση παίζει τέσσερεις διαφορετικούς ρόλους στην ανάπτυξη της κοινωνίας:

  • προετοιμάζει τους μαθητές για να λειτουργούν αποτελεσματικά στον μελλοντικό χώρο της εργασίας

  • αναπτύσσει τα προσωπικά τους «ταλέντα», τις κλήσεις και τις δεξιότητές τους

  • προετοιμάζει  τους νέους ώστε να λειτουργούν αρμονικά και παραγωγικά στο δημόσιο βίο

  • βοηθά στη διάδοση των παραδόσεων και αξιών μιας κοινωνίας.

Τα εκπαιδευτικά συστήματα διεθνώς εξακολουθούν σε κάποιο βαθμό να συγκροτούνται   σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Βιομηχανικής εποχής που χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία, τυποποίηση  και μαζική παραγωγή. Αυτή η λογική παλαιότερα εξυπηρετούσε την παραγωγή εργαζόμενων για βιομηχανίες που είχαν ανάγκη εργάτες με χειρωνακτικές και απλές γνωστικές δεξιότητες (ανάγνωση, γραφή και αριθμητική).  Κατά την Βιομηχανική Επανάσταση του 20ου αιώνα οι εργαζόμενοι χρειαζόντουσαν απλές δεξιότητες απομνημόνευσης για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δουλειάς τους. Τα σχολεία φυσικά είχαν ως στόχο να αναπτύξουν αυτές τις δεξιότητες των μαθητών.

Ζούμε όμως πλέον στον 21ο αιώνα, στην εποχή της «γρήγορης» γνώσης και του καταιγισμού της πληροφορίας. Επαγγέλματα που απαιτούσαν μη εξειδικευμένη εργασία σταδιακά εξαφανίζονται και άλλα που παλιά απαιτούσαν σχετική εξειδίκευση απαιτούν τώρα μεγάλη εξειδίκευση ως προς το σχεδιασμό, τα υλικά, τη χρήση της τεχνολογίας, και τις δεξιότητες που χρειάζονται. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να μπορούν να βρίσκουν πληροφορίες σχετικά με τη δουλειά τους και να μπορούν να χρησιμοποιούν αυτές τις πληροφορίες για να επιλύουν προβλήματα και να αυξάνουν την αποτελεσματικότητά τους. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται πλέον μια σειρά νέων δεξιοτήτων και δεξιότητες κριτικής σκέψης.  Ο εργασιακός χώρος σήμερα απαιτεί πολύ περισσότερη εξειδικευμένη γνώση και δεξιότητες. Αυτή είναι μία σημαντική αλλαγή στην οποία η σημερινή εκπαίδευση πρέπει να ανταποκριθεί. Οι νοοτροπίες της κοινωνίας και των εκπαιδευτικών που ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα δεν έχουν καμιά θέση στο μοντέλο της εκπαίδευσης που απαιτεί η κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας.

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έχει ως στόχο τον επανασχεδιασμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ώστε να αναπτυχθούν οι δεξιότητες του 21ου αιώνα - δεξιότητες όπως η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, η ικανότητα να επιλύει κανείς προβλήματα, να επικοινωνεί αποτελεσματικά, να συνεργάζεται αρμονικά, να λειτουργεί δημιουργικά σε καινοτόμες δράσεις, ειδικά αφού η δημιουργικότητα είναι απαραίτητη για τη διαρκή παραγωγή νέων ιδεών και προϊόντων εργασίας. Τα εκπαιδευτικά συστήματα διεθνώς αναμορφώνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νέας εποχής και στοχεύουν στην ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο για τους σημερινούς μαθητές.

 

2.6. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στο σχολείο του σήμερα

Όσο συγκεντρωτική και αν είναι η πολιτεία στο σχεδιασμό και την υλοποίηση  της εκπαιδευτικής πολιτικής δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει τον κεντρικό και καταλυτικό ρόλο του εκπαιδευτικού στην επίτευξη των στόχων του «Νέου Σχολείου». Η απόφαση της πολιτείας να σχεδιαστούν νέα Προγράμματα Σπουδών που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών, να δίνουν την ελευθερία στον εκπαιδευτικό να λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της τάξης του και να χρησιμοποιεί πολλαπλές πηγές γνώσης θα επιφέρει μια νέα πραγματικότητα στην εκπαιδευτική πράξη και διαδικασία. Στο πλαίσιο της πιλοτικής εφαρμογής του ΕΠΣ-ΞΓ, έχουμε σκοπό να παρακολουθήσουμε τις δημιουργικές πρωτοβουλίες των εκπαιδευτικών και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να μοιράζονται οι εκπαιδευτικοί μεταξύ τους τα αποτελέσματα της αυτενέργειάς τους. Τα τελευταία πιστεύουμε πως θα οδηγήσουν σε πολλαπλά σενάρια αναλυτικών προγραμμάτων και διαφοροποιημένο εκπαιδευτικό υλικό το οποίο θα εξυπηρετεί τις ανάγκες των μαθημάτων της ξένης γλώσσας ανά επίπεδα γλωσσομάθειας.

Μέσα στον καταιγισμό εκπαιδευτικών αλλαγών που γίνονται παγκοσμίως είναι πλέον κοινή παραδοχή ότι δεν μπορεί ο εκπαιδευτικός να λειτουργεί ως σιωπηλός θεατής, αλλά πως θα πρέπει να είναι συνεργάτης στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πράξης. Η πολυμορφία και διαφορετικότητα που χαρακτηρίζουν τους σημερινούς μαθητές και τις σχολικές τάξεις, καθώς και η πολυπλοκότητα των ζητημάτων που καλούνται να αντιμετωπίσουν,  κάνουν επιτακτική την ανάγκη ο εκπαιδευτικός να αναλάβει πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο, λειτουργώντας ως σχεδιαστής και παραγωγός μάθησης και παιδαγωγικής πρακτικής. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί πλέον να υποβαθμίζεται παραμένοντας εκτελεστής αναλυτικών προγραμμάτων ή μεταφορέας της ύλης. Ο εκπαιδευτικός είναι εμπειρογνώμονας της τάξης του, των μαθητών του και της σχολικής μονάδας. Έχει βαθιά γνώση της σχολικής πραγματικότητας και καθημερινότητας  και μόνον αυτός μπορεί να γνωρίζει πώς μπορεί καλύτερα να δημιουργήσει τις συνθήκες για αποτελεσματική μάθηση των δικών του μαθητών – γνώση που δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να έχει κανένας ειδικός και καμία πολιτεία.

Ο νέος ρόλος που καλείται να αναλάβει ο εκπαιδευτικός ως σχεδιαστής και παραγωγός μάθησης είναι σίγουρα δύσκολος, απαιτητικός και πρωτόγνωρος για τα ελληνικά εκπαιδευτικά δεδομένα. Στο νέο του ρόλο όμως δεν θα μείνει αβοήθητος. Ο Οδηγός του εκπαιδευτικού έχει γραφτεί με σκοπό να υποστηρίξει τον εκπαιδευτικό και να του παράσχει ιδέες και προτάσεις για να οργανώσει την εκπαιδευτική διαδικασία κατάλληλα, έχοντας πάντα ως γνώμονα τις ανάγκες και ιδιαιτερότητες των μαθητών του και της σχολικής μονάδας. Θα υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της πιλοτικής εφαρμογής του ΕΠΣ-ΞΓ συστηματική επιμόρφωση και ανατροφοδότηση από επιμορφωτές. Αυτά όμως από μόνα τους δεν είναι αρκετά. Θα πρέπει και ο εκπαιδευτικός να βγει από την απομόνωση της τάξης του, να επικοινωνεί και να συνεργάζεται με άλλους εκπαιδευτικούς που έχουν τους ίδιους προβληματισμούς και δυσκολίες. Θα πρέπει να δημιουργηθεί μια κουλτούρα επαγγελματικής συνεργασίας. Είναι κρίμα οι ενδιαφέρουσες εργασίες και ιδέες χιλιάδων εκπαιδευτικών να μένουν παρατημένες σε ένα ράφι και να τις γνωρίζουν μόνο οι μαθητές του συγκεκριμένου σχολείου. Εκπαιδευτικοί σε όλη την Ελλάδα θα αντιμετωπίσουν τις ίδιες δυσκολίες και προβληματισμούς στο σχεδιασμό της μαθησιακής διαδικασίας και στην συγκρότηση των αναλυτικών προγραμμάτων. Η ανταλλαγή ιδεών, βέλτιστων πρακτικών και επαγγελματικών γνώσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών, θα δημιουργήσει μια δυναμική κοινότητα μάθησης, η οποία στο σύνολό της, θα παράγει γνώση.

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα της Μάθησης μέσω Σχεδιασμού, που παρουσιάζεται  σε επόμενο κεφάλαιο του Οδηγού ως εναλλακτικό μοντέλο σχεδιασμού μαθησιακών ενοτήτων, δίνει ευκαιρίες στους εκπαιδευτικούς να διαμοιράζονται και να δημοσιοποιούν τις πρακτικές τους συνεισφέροντας έτσι στη δημιουργία μιας κοινότητας μάθησης.

_________________________________

[1] Η ενότητες 1 και 2 του κεφαλαίου αυτού γράφτηκαν από τη Βασιλική Δενδρινού, η οποία συνεργάστηκε για τις υπόλοιπες τέσσερεις ενότητες με την Ευδοκία Καραβά.

[2] Για παράδειγμα, στην Ελλάδα θα ήταν μάλλον αδιανόητο να ενταχθεί στο σχολικό πρόγραμμα σπουδών ένα ετήσιο ή εξαμηνιαίο μάθημα οδήγησης. Στις ΗΠΑ, σε βορειο-ευρωπαϊκές και άλλες χώρες όπου η οδική ασφάλεια και η συμπεριφορά του οδηγού είναι ιδιαίτερα σημαντικά, το μάθημα οδήγησης περιλαμβάνεται στο σχολικό πρόγραμμα ως εξαμηνιαίο μάθημα επιλογής. Επίσης, ακόμη δεν τίθεται θέμα επιλογής μαθημάτων παρά μόνο στο Λύκειο, με γνώμονα όχι τα ενδιαφέροντα του μαθητή, αλλά την κατεύθυνση των σπουδών που πρόκειται να ακολουθήσει.  

[3] Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, όπου το αποκεντρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα δίνει το δικαίωμα στον εκπαιδευτικό να επιλέξει εκείνος τι θα διδάξει, υπάρχουν σχέδια μαθημάτων στο διαδίκτυο που μαρτυρούν πως πριν μερικά χρόνια ορισμένοι εκπαιδευτικοί αποφάσισαν να εντάξουν στο μάθημά τους «τον πόλεμο του Ιράκ». Τα σχέδια μαθήματος έχουν τον εκπληκτικό τίτλο “Teaching the Iraq War”. Στον δικό μας τόπο –αλλά και σε πολλές άλλες χώρες– θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε πώς το σύστημα θα επέτρεπε στον εκπαιδευτικό να αποφασίζει μόνος του με τι ζητήματα θα ασχοληθεί στο μάθημα π.χ. της Ιστορίας, των Θρησκευτικών, της Φυσικής, κτλ.

[4] Η θεωρία περί «νέας μάθησης» αναπτύσσεται στο βιβλίο των Kalantzis & Cope, με τίτλο New Learning: Elements of a Science of Education (Cambridge University Press, 2008), το οποίο επιχειρεί να αναπροσδιορίσει το νόημα της σχολικής εκπαίδευσης, ξεκινώντας από το βασικό ερώτημα «Πώς φτάνουν οι άνθρωποι –ως άτομα και ως κοινωνικές ομάδες– να μάθουν κάτι;»

   
             
 

 Web Developer: A.Sarafantoni  Web Designer: Ch.Frantzeskaki